«Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι»

Laurence_sterne_tristram_shandy

 

[εννέα με είκοσι τρεις Σεπτεμβρίου του 2009 διάβασα τον Τρίστραμ Σάντι κι έκανα πολλά ακόμα πράγματα και τώρα τα θυμήθηκα: άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε δηλαδή]

 

 

Δε μου μένει παρά να κάνω καμιά δεκαριά πράγματα – έχω να ονομάσω κάποιο πράγμα – να παραπονεθώ για κάποιο πράγμα – να ελπίσω για κάποιο πράγμα – να υποσχεθώ κάποιο πράγμα και ν’ απειλήσω με κάποιο πράγμα – να υποθέσω κάποιο πράγμα – να δηλώσω κάποιο πράγμα – ν’ αποκρύψω κάποιο πράγμα – να διαλέξω κάποιο πράγμα και να προσευχηθώ για κάποιο πράγμα.

 

Το Κεφάλαιο λοιπόν αυτό το ονομάζω Κεφάλαιο των ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:

 

Τώρα λοιπόν που αντέγραψα τις παραπάνω δέκα περίπου σειρές από το (αντί-μετά-μη-) μυθιστόρημα «Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» του Laurence Sterne, δεν μου μένει κι εμένα παρά να κάνω αυτά τα δέκα πράγματα ή κάποια άλλα ενδεχομένως –

 

πριν καν όμως ξεκινήσω χρειάστηκε να διακόψω και να σηκωθώ από το γραφείο για να παραλάβω από τον ταχυδρόμο ένα μικρό δέμα που περιείχε ένα βιβλίο 350 περίπου σελίδων με χοντρό εξώφυλλο και με τον τίτλο «The Note-Books of Samuel Butler», το οποίο προ ημερών είχα παραγγείλει και μόλις έφθασε. Αντιγράφω μια φράση που βρίσκω στην πρώτη σελίδα “One’s thoughts fly so fast that one must shoot them; it is no use trying to put salt in their tails”

 

και ονομάζω το παρόν κείμενο 9 ΜΕ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009, καθόσον προτίθεμαι να καταγράψω εδώ μέσα γεγονότα και διαβάσματα των εν λόγω ημερών.

 

Το πράγμα, λοιπόν, για το οποίο παραπονούμαι είναι ότι έχουν συσσωρευτεί τόσα πολλά βιβλία που διάβασα αυτές τις μέρες και πολύ περισσότερα που σκοπεύω να διαβάσω, ώστε δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και πού θα καταλήξω:

 

ξαναδιάβασα, απ’ όσο θυμάμαι, με ανανεωμένο ενθουσιασμό τη «Μελαγχολία του Παρισιού» του Μπωντλαίρ καθώς και κάμποσα ποιήματα του αγαπημένου μου Ιβάν Γκολ, διάβασα το «Με την ανάσα της Αθήνας και της Ρώμης» του Τάκη Θεοδωρόπουλου, το «Ο θνητός ήρωας, Εισαγωγή στην Ιλιάδα» του Seth L. Schein και ποιήματα του Λουίς Θερνούδα.

 

Κυρίως όμως διάβασα τη «Ζωή και τις Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» και, μαζί, σελίδες από τα «Collectanea» του Ζήσιμου Λορεντζάτου.

 

Είχα δηλώσει νομίζω παλαιότερα (ή σκεφτόμουν να το κάνω) πως η φετινή χρονιά θα είναι για μένα χρονιά Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τροποποιώ τώρα τη δήλωσή μου ως εξής: Η φετινή χρονιά είναι για μένα χρονιά Λώρενς Στερν και Ζήσιμου Λορεντζάτου – και αυτό είναι το πράγμα που είχα να δηλώσω.

 

Γιατί μέχρι τώρα ξεφύλλιζα και διάβαζα στην τύχη αποσπάσματα από το ογκώδες βιβλίο του Λορεντζάτου που το έχω μονίμως στο κομοδίνο μου (όπως όλοι οι αναγνώστες εξάλλου φέτος), από τις προάλλες όμως έβαλα στην πρώτη του σελίδα έναν σελιδοδείκτη και βάλθηκα να το διαβάζω συστηματικά – είμαι τώρα στη σελίδα 103, εκεί που γράφει ο συγγραφέας «Συλλογίζομαι πολλές φορές πως δεν είμαι παρά σκυλί στη δουλειά και κοπρόσκυλο στη σκόλη».

 

Φράση που μου φέρνει στον ένα ακόμη γεγονός που οφείλω ν’ αναφέρω: ότι το πρώτο κουτάβι της φιλόζωης σταδιοδρομίας μου πέρασε την πόρτα του γατόφιλου σπιτιού μου και εγκαταστάθηκε μόνιμα εδώ – είναι δυο μηνών, γεννήθηκε κοντά στο Σούνιο, απ’ όπου τον πήραμε, και είναι αγνώστου μητρός, ο πατέρας του όμως, τον οποίο γνωρίσαμε, είναι λυκόσκυλο· αυτή τη στιγμή κάθεται δίπλα στα πόδια μου και κοιμάται ακούγοντας μαζί μου Tom Waits.

 

Είχα αφήσει για καναδυό μέρες, θυμήθηκα τώρα, την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» και ξεφύλλιζα το «Βιβλίο της ανησυχίας». Ήταν οι μέρες που φέραμε στο σπίτι τον σκύλο, σκεφτόμασταν, οπότε, πώς να τον ονομάσουμε, όταν άστραψε στον νου μου το όνομα Τόμπι, το οποίο και υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Την επομένη κάθισα σε μια πολυθρόνα, με τον Τόμπι κοντά μου, και ξανάπιασα την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» από κει που την είχα αφήσει, στη σελίδα 216:

 

«Τι υπέροχη συγκυρία πήγε εδώ χαμένη! – Ο πατέρας μου στην καλύτερη αναλυτική του διάθεση, – πρόθυμος να διαλευκάνει ένα μεταφυσικό σημείο μες στην καρδιά των περιοχών όπου σύννεφα και πυκνό σκοτάδι θα το τύλιγαν σύντομα· – ο θείος μου Τόμπι στην καταλληλότερη διάθεση για να το δεχτεί…» – μόλις εκείνη η στιγμή συνειδητοποίησα την πηγή του ονόματος που άστραψε, καθώς είπα, στον νου μου κατά τη βάφτιση του κουταβιού μας: ήταν ο θείος Τόμπι, ο πιο συμπαθής από τους χαρακτήρες του βιβλίου που μέρες τώρα μου πρόσφερε τη μεγαλύτερη αναγνωστική απόλαυση που έχω γνωρίσει στη ζωή μου (δήλωση που ελπίζω να μην αδικεί άλλα παλαιότερα αναγνώσματά μου –

 

αυτό είναι το πράγμα που ελπίζω: να μην αδικώ τα βιβλία του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή άλλων αγαπημένων μου συγγραφέων, των οποίων την ανάγνωση έχω συχνά-πυκνά απολαύσει. Η διαφορά όμως βρίσκεται νομίζω στο γεγονός ότι στων άλλων συγγραφέων τα βιβλία που με ηδονή διαβάζω, στου Τσάντλερ, στου Μπουκόφσκι, στου Μονταλμπάν, στου Εγγονόπουλου, στου Βόνεγκατ, στου Μαρκ Τουέιν, υπάρχει πάντα η βαριά σκιά της Ανησυχίας, ενώ «Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» είναι ένα βιβλίο που παίρνει τόσο σοβαρά το χιούμορ και εξασκεί τόσο ευφυώς την τέχνη της παρέκβασης, ώστε έχει ήδη καταστεί μέτρο για κάθε άλλο κείμενο που διαβάζω ή γράφω,

 

μα νιώθω να έχω ήδη ξεφύγει από τις δεσμεύσεις μου, σαν τον Λώρενς Στερν περίπου που στη σελίδα 217 του βιβλίου του γράφει: «Όλοι μου οι ήρωες μού έχουν ξεφύγει· – είναι η πρώτη φορά που έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, – και θα τον χρησιμοποιήσω για να γράψω τον Πρόλογό μου», τον οποίο και διαβάζουμε σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο. Ενώ στη σελίδα 380 δηλώνει πως «είναι ουσιαστικά απ’ αυτό το σημείο που ξεκινά η ιστορία της ΖΩΗΣ και των ΑΠΟΨΕΩΝ μου». Μια ιστορία που, ας το αναφέρω κι αυτό, αρχίζει τη στιγμή της σύλληψης του πρωταγωνιστή της και μετά από 700 σελίδες αλλεπάλληλων και συναρπαστικών παρεκβάσεων περί παντός βρισκόμαστε πέντε χρόνια πριν τη γέννησή του.

 

Αξίζει όμως να αφιερώσω ένα ολόκληρο κείμενο σε αυτό το βιβλίο, όπως και στην καινούρια βιβλιοθήκη που απέκτησα για το σαλόνι – μια παλιά μεγάλη ντουλάπα, από την οποία αυτή τη στιγμή αφαιρούνται οι πόρτες και προστίθενται ράφια, για να μπει μεθαύριο στο σπίτι, να ξεσκονιστεί και να γεμίσει με βιβλία (έλεγα να βάλω εκεί τα αστυνομικά μου, μα η βιβλιοθήκη είναι τελικά πολύ μεγάλη – μάλλον θα μεταφέρω στο σαλόνι και τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς).

 

Ήθελα επίσης να παραλληλίσω σε αυτό το κείμενο την περίπτωσή μου (από τη μέρα που μπήκε στο σπίτι ο Τόμπι) με εκείνη του συγγραφέα Ζούκερμαν, από το βιβλίο του Ροθ που διάβαζα τις προάλλες, μα θα αρκεστώ μόνο να αντιγράψω λίγες σειρές από εκεί: Είχα φέρει τις γάτες την Πέμπτη. Τις κράτησα ως την Κυριακή. Όλο εκείνο το διάστημα δεν δούλεψα σχεδόν καθόλου το βιβλίο μου. Σπατάλησα τον χρόνο μου πετώντας στις γάτες τα παιχνίδια τους ή χαϊδεύοντάς τες καθώς κουλουριάζονταν στα πόδια μου μαζί ή χωριστά, ή απλώς κοιτάζοντάς τες άπραγος καθώς έτρωγαν, έπαιζαν, γλείφονταν ή κοιμούνταν. Είχα τοποθετήσει το κουτί τους με την άμμο σε μια γωνιά στην κουζίνα, και τη νύχτα τις έβγαζα στο καθιστικό και έκλεινα πίσω μου την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου. Όταν ξυπνούσα το πρωί, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ορμάω στην πόρτα για να τις δω. Κι εκεί τις έβρισκα, ακριβώς πίσω από την πόρτα, να με περιμένουν να την ανοίξω. Το πρωί της Δευτέρας τηλεφώνησα στον Λάρι και είπα: «Σε παρακαλώ, έλα και πάρε τις γάτες». «Τις σιχαίνεσαι». «Το αντίθετο. Αν μείνουν, δεν πρόκειται να ξαναγράψω λέξη».

 

Ο Τόμπι, βέβαια, θα μείνει – γι’ αυτό δεν θα αναφερθώ δια μακρών στο νέο πλήγμα που δέχθηκε ο ελεύθερος χρόνος μου αυτές τις μέρες: εκτός δηλαδή από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και την έναρξη της νέας χρονιάς στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και την έναρξη της νέας χρονιάς στις παιδικές ομάδες μπάσκετ και την παρουσία του ίδιου του Τόμπι στο σπίτι, από προχθές συντηρούμε στο σπίτι κι ένα κάταγμα που συνέβη κατά τη διάρκεια συναυλίας και απαιτεί είκοσι ημερών ακινησία του γονάτου· είμαστε μόλις στην τρίτη μέρα, αύριο θα πάμε για μαγνητική τομογραφία, για να δούμε πώς είναι ένα γόνατο από μέσα – ουδέν κακόν αμιγές καλού.

 

Τι διαβάζω τώρα, μετά τον Τρίστραμ Σάντι; Την «Πηνελοπιάδα» της Καναδής Μάργκαρετ Άτγουντ προκειμένου να καταστρώσω ένα πρόγραμμα ανάγνωσης για τους μαθητές της β΄ γυμνασίου, στους οποίους πέρυσι δίδασκα την Οδύσσεια και φέτος διδάσκω την Ιλιάδα. Θα ακολουθήσει, για την προετοιμασία του ίδιου project, «Ο Όμηρος στον 21ο αιώνα», η ανάγνωση της «Ομήρου Ιλιάδας» του Ιταλού Αλεσσάντρο Μπαρίκκο και του «Λόγια φτερά» του Έλληνα Χρήστου Χωμενίδη. Ίσως όμως να μεσολαβήσει καμιά Άτγουντ ακόμη, γιατί τελευταία την έχω συμπαθήσει. Και βλέπουμε…

 

 

 

Μια ελεγεία για τον Κανόνα

Literarycriticharoldbloomreadingboo

 

Δεν είναι καθόλου σπάνιο οι σελίδες που γράφονται για κάποιο δημοσιευμένο κείμενο να ξεπερνούν κατά πολύ τον αριθμό των σελίδων που το ίδιο περιέχει· όλα τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας φέρνουν μαζί τους (δυστυχώς, μερικές φορές) χιλιάδες και εκατομμύρια σελίδων που τα σχολιάζουν και τα αναλύουν. Όταν όμως αυτό συμβαίνει για ένα βιβλίο λογοτεχνικής κριτικής, τότε το γεγονός εκτός από ασυνήθιστο είναι και αξιοσημείωτο. Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Δυτικό Κανόνα του Harold Bloom από την εποχή της πρώτης του κυκλοφορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1994, έως σήμερα που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg (τόσο ο εκδότης, όσο και η μεταφράστρια Κατερίνα Ταβαρτζόγλου και ο επιμελητής Δημήτρης Αρμάος αξίζουν πολλά συγχαρητήρια). Εκατοντάδες άρθρα πολεμικής δημοσιεύτηκαν με αφορμή την έκδοσή του και ακόμη συνεχίζουν να εμφανίζονται.

 

Κι όμως, σε τελική ανάλυση, δεν πρόκειται παρά για ένα βιβλίο (επτακοσίων πενήντα σελίδων στην ελληνική του έκδοση), στο οποίο ο συγγραφέας του δεν μιλάει παρά για τα βιβλία που αγαπάει. Όπως το δηλώνει και ο ίδιος, «η κατεξοχήν λειτουργία του Κανόνα είναι η ανάκληση και η συγκρότηση των αναγνώσεων μιας ολόκληρης ζωής». Και παρακάτω: «επιστρέφω για να σας πω όχι τι να διαβάσετε ή πώς να το διαβάσετε, αλλά να σας πω για εκείνα που έχω διαβάσει και πιστεύω πως αξίζουν να ξαναδιαβαστούν». Δεν μπορώ εύκολα να φανταστώ ευγενέστερη φιλοδοξία για έναν κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας, ο οποίος στο μάκρος μιας ολόκληρης ζωής αντιδικούσε με τους συναδέλφους του για την αξία και τη λειτουργία της λογοτεχνίας και για τα κριτήρια με τα οποία θα έπρεπε να κρίνονται και να αξιολογούνται τα ποιητικά και πεζογραφικά έργα.

 

Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο στο οποίο περιέχονται είκοσι ένα κείμενα για είκοσι έξι έργα ή, μάλλον, για είκοσι έξι συγγραφείς. Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω τους μισούς μόνο από αυτούς, οι οποίοι δεν επρόκειτο να έλειπαν κι από μια δική μου ανάλογη επιλογή: είναι ο Σαίξπηρ, ο Δάντης και ο Θερβάντες, ο Μονταίνι, ο Γκαίτε και ο Γουόλτ Γουίτμαν, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Φρόιντ και ο Προυστ, ο Τζέιμς Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Πεσσόα, και ο Μπέκετ. Οι μονογραφίες που αφιερώνει στον καθένα από αυτούς τους, αναμφίβολα, μεγάλους δημιουργούς ο Χάρολντ Μπλουμ δεν έχουν ακριβώς την πρόθεση να εξηγήσουν, να σχολιάσουν ή να αναλύσουν το έργο τους· πρόκειται περισσότερο για κείμενα αγάπης, με τα οποία προσπαθεί ο συγγραφέας να επισημάνει και να επιδείξει πού έγκειται η μεγαλοσύνη τους, ποια δηλαδή είναι τα χαρακτηριστικά τους εκείνα που τα κάνουν άξια να συμπεριληφθούν στον Δυτικό Κανόνα.

 

Κύριο κριτήριο υπεροχής των έργων αυτών είναι η ισχυρή λογοτεχνική πρωτοτυπία τους, υποστηρίζει ο Μπλουμ, καθώς κι ένα ισχυρό ύφος γραφής, ένα ύφος γραφής που έχει τη δύναμη να «μολύνει» ολόκληρη τη λογοτεχνική παράδοση. Η ιδιοτυπία τους και η αντίθεσή τους στις εκάστοτε παγιωμένες παραδόσεις και συνθήκες κάνει τα έργα αυτά να προκαλούν στους ανά τους αιώνες αναγνώστες τους μια αίσθηση του ανοίκειου, μια βαθιά αμηχανία, ένα ανησυχητικό παραξένισμα (για να δανειστούμε τον μπρεχτικό όρο) και μια δυσκολία αφομοίωσής τους η οποία δεν ξεπερνιέται ακόμη και μετά από επανειλημμένες αναγνώσεις. Κι αυτό είναι ένα ακόμη κριτήριο επιλογής – με τα λόγια του ίδιου του Μπλουμ: «Ένας παμπάλαιος έλεγχος για την κανονικοποίηση ενός έργου παραμένει καθ’ όλα έγκυρος: αν ένα έργο δεν απαιτεί να ξαναδιαβαστεί, τότε είναι ακατάλληλο για τον Κανόνα».

 

Ο Χάρολντ Μπλουμ, όμως, αυτή η «άυπνη ιδιοφυία του Γέιλ», όπως τον έχουν χαρακτηρίσει, «το μεγαλύτερο τέρας ανάγνωσης που έχω γνωρίσει», καθώς λέει ο ίδιος για τον εαυτό του, δεν ήταν δυνατόν να περιοριστεί μόνο σε αυτό. Πέρα από τους είκοσι έξι αυτούς συγγραφείς, που εντάσσει στον Κανόνα του και για τους οποίους ελάχιστοι αναγνώστες θα είχαν σοβαρές αντιρρήσεις, τολμάει να συντάξει κι έναν ευρύτατο κατάλογο χιλίων περίπου βιβλίων, τα οποία αποτελούν τον πλήρη, κατά Μπλουμ, Δυτικό Κανόνα. Πρόκειται για το πιο επίμαχο και, ενδεχομένως, το πιο αδύναμο σημείο στο βιβλίο του, όπως σημειώνει και ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης, καθώς χαρακτηρίζεται από μια ολοφάνερα αγγλοκεντρική αντίληψη και απ’ όπου απουσιάζουν ονόματα που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα έλειπαν (αναφέρω μόνο τους Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ και Κέρουακ), ενώ εμφανίζονται άλλα η παρουσία των οποίων ξενίζει.

 

Όποιες, ωστόσο, και αν ήταν οι φιλοδοξίες του Μπλουμ όταν βάλθηκε να συντάξει αυτόν τον μεγάλο κατάλογο του Κανόνα του, στον οποίο έχει καταχωρίσει τα βιβλία των αιώνων χωρισμένα σε τέσσερις εποχές (θεοκρατική, αριστοκρατική, δημοκρατική και χαοτική), αυτό που κυρίως θα πρέπει να συγκρατήσει ο αναγνώστης είναι τα κριτήρια με τα οποία ένα έργο κερδίζει την ένταξή του σε αυτόν και στα οποία επιμένει ο συγγραφέας σε όλο το μάκρος του βιβλίου αλλά και με κάθε άλλη αφορμή που του δίνεται. Κριτήρια αμιγώς λογοτεχνικά, αισθητικά και καλλιτεχνικά, από τα οποία δεν δέχεται να υποχωρήσει ούτε βήμα στο όνομα άλλων, ακόμη και των ευγενέστερων, επιδιώξεων και σκοπιμοτήτων (ο Έλληνας αναγνώστης θα συγκρατήσει, αναπόφευκτα, και την απουσία ελληνικών μεταφράσεων πολλών από τα κλασικά έργα που συναντάει στον Κανόνα).

 

Σε αυτές, ακριβώς, τις ξένες προς τη λογοτεχνία επιδιώξεις και σκοπιμότητες είναι που με σφοδρότητα, αγωνία και παρρησία επιτίθεται ο Μπλουμ σε τρία κεφάλαια του Δυτικού Κανόνα, στον Πρόλογο, στο Πρώτο μέρος (Μια ελεγεία για τον Κανόνα) και στον Ελεγειακό επίλογο. Αντιτίθεται δηλαδή σε αυτό που συνολικά ο ίδιος ονομάζει Σχολή της Μνησικακίας και περιλαμβάνει σπουδές της λογοτεχνίας και της τέχνης φεμινιστικές, μαρξιστικές, νεοϊστορικιστικές, μετα-αποικιακές, μειονοτικές, σημειολογικές, λακανικές κλπ. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι ότι αντιμετωπίζουν το έργο τέχνης όχι ως τέτοιο που είναι αλλά ως απλό τεκμήριο για τις μελέτες τους, ισοδύναμο, επομένως, με οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό προϊόν. Με αυτή τη λογική μπορεί, σύμφωνα με ένα παράδειγμα που αναφέρει ο Μπλουμ σε συνέντευξή του, να προκρίνεται το έργο ενός συγγραφέα με μεξικανικές ρίζες έναντι του έργου του Χεμινγουέι, όχι βέβαια λόγω της αισθητικής του υπεροχής, αλλά μόνο και μόνο προκειμένου να μελετηθούν καλύτερα ή να βελτιωθούν οι σχέσεις λευκών και Μεξικανών.

 

«Ο πραγματικός μαρξιστής κριτικός είμαι εγώ», γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ, «ακολουθώντας όμως τον Γκράουτσο Μαρξ παρά τον Καρλ, και σύνθημα έχω την υπέροχη προειδοποίηση του Γκράουτσο «Ότι κι αν είναι αυτό, εγώ είμαι εναντίον του!». Έχω εναντιωθεί, κατά σειρά, στη νεοχριστιανική Νέα Κριτική του Τ.Σ. Έλιοτ και των ακαδημαϊκών υποστηρικτών του· στην αποδόμηση του Πολ Ντε Μαν και των κλώνων αυτού· στις σημερινές επιθέσεις της Νέας Αριστεράς και της Παλιάς Δεξιάς για τις υποτιθέμενες ανισότητες ή την υποτιθέμενη ηθική του λογοτεχνικού Κανόνα.» Στο εν λόγω βιβλίο του, ωστόσο, αυτό που τελικά μένει δεν είναι τόσο η εναντίωσή του στη Σχολή της Μνησικακίας και οι παραλείψεις στον κατάλογο του Κανόνα, όσο η εναγώνια πίστη του στην αξία της λογοτεχνίας και στην απόλαυση της ανάγνωσης. Το μέγιστο μάθημα που μπορεί, ίσως, να διδάξει ένας κριτικός λογοτεχνίας.

 

 

 

 

 

Cornelis Johannes Jacobus Maria Nooteboom

Nooteboom-cees_koeln_170311
Υπάρχει ένα εξαιρετικό βιβλίο για τη Λισαβόνα, το οποίο δυστυχώς το ανακάλυψα αφού είχα ταξιδέψει και επιστρέψει πια από εκεί, στο οποίο ο συγγραφέας Paul Buck αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στην πρωτεύουσα της Πορτογαλίας μέσα από βιβλία, ταινίες, τραγούδια και άλλα έργα τέχνης που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αναφέρονται σε αυτήν. Νοείται οίκοθεν πως αρκετά από τα έργα που μνημονεύονται στον καλογραμμένο αυτόν οδηγό («Lisbon», είναι ο τίτλος του, «A cultural and literary companion») ήδη τα γνώριζα όταν τα συνάντησα εκεί, μερικά λόγω ακριβώς της επίσκεψής μου στη Λισαβόνα και άλλα ανεξάρτητα από αυτήν, όπως τα βιβλία του Φερνάντο Πεσσόα και τα μυθιστορήματα του Ζοζέ Σαραμάγκου και του Αντόνιο Ταμπούκι.

 

«Υπάρχει κάτι στη Λισαβόνα», γράφει ο Paul Buck, «που φέρνει στο μυαλό των δημιουργών την ιδέα της παραίσθησης» και αναφέρει τρία σχετικά βιβλία. Τα δύο από αυτά τα γνώριζα πολύ καλά: είναι του Σαραμάγκου το «Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις», το πιο αγαπημένο μου από τα μυθιστορήματα του πορτογάλου συγγραφέα και ένα από τα πιο αγαπημένα μου μυθιστορήματα γενικά, και του Ταμπούκι το «Ρέκβιεμ», μια συναρπαστική περιπλάνηση στους δρόμους της θερινής Λισαβόνας – στην εξέλιξη της πλοκής μάλιστα και των δύο αυτών βιβλίων κύριο ρόλο διαδραματίζει, εκτός από την έννοια του ονείρου, της παραίσθησης και του χρόνου, και ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα – ομώνυμος, ανώνυμος ή ετερώνυμος. Το τρίτο βιβλίο δεν το γνώριζα: είναι «Η ακόλουθη ιστορία» του, σημαντικού όπως πληροφορούμαι, Ολλανδού συγγραφέα Κέες Νόοτεμπόομ.  

 

Ο Κέες Νόοτεμπόομ (επαναλαμβάνω το ανοίκειο, όπως όλα τα ολλανδικά, όνομα γιατί αξίζει να το συγκρατήσουμε) γεννήθηκε στη Χάγη το 1933· ανατράφηκε από καθολικούς μοναχούς και από είκοσι χρονών άρχισε να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο και να γράφει ταξιδιωτικά άρθρα και βιβλία. Οι εντυπώσεις και οι γεωγραφικές, ιστορικές, καλλιτεχνικές και άλλες γνώσεις που αποκομίζει στα ταξίδια του παίζουν σημαντικό ρόλο, ως σκηνικό κυρίως, στα περισσότερα ποιήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια που γράφει ο πολυγραφότατος και ποικιλογράφος αυτός συγγραφέας, ο οποίος είναι συγχρόνως και δόκιμος μεταφραστής μεταξύ άλλων του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, του Πάμπλο Νερούδα και του Τσέζαρε Παβέζε.

 

Ο Τζ. Μ. Κούτσι συνοψίζει, πολύ καλά νομίζω, τα βασικά χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Νόοτεμπόομ, επιμένοντας μάλιστα στο βιβλίο με το οποίο ξεκίνησε η δική μου γνωριμία με το έργο αυτού του συγγραφέα. Γράφει λοιπόν ο Κούτσι στον τόμο κριτικών δοκιμίων του «Ξένα ακρογιάλια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου αποδίδει το όνομα του Ολλανδού συγγραφέα ως Σες Νότεμπομ):

 

«Προς το τέλος του μυθιστορήματος του Σες Νότεμπομ «Στα ολλανδικά βουνά» [αμετάφραστο, δυστυχώς, στα ελληνικά], ο μυθιστοριογράφος-αφηγητής του, ο οποίος ταυτίζεται πια σχεδόν απόλυτα με τον ίδιο τον Νότεμπομ, μετέχει σε μια συζήτηση περί αλήθειας και μυθοπλασίας με τα πνεύματα του Πλάτωνα, του Μίλαν Κούντερα και του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Γιατί, ρωτάει η μορφή του Νότεμπομ, έχω αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να επινοώ, να λέω ψέματα; «Από δυστυχία», του αποκρίνεται ο Άντερσεν. «Μόνο που δεν είσαι αρκετά δυστυχής. Γι’ αυτό δεν σου βγαίνει».

 

Αυτή είναι η πιο οξυδερκής παρατήρηση αυτοσυνειδησίας σε ένα μυθιστόρημα το οποίο – όπως και τα υπόλοιπα πεζογραφήματα του Νότεμπομ – ασχολείται τόσο με τις δικές του διεργασίες, τις δικές του raisons-d’être, όσο και με τις μυθιστορηματικές δραστηριότητες των χαρακτήρων του. Διότι, παρά τις παραμορφώσεις της αυτό-αναφοράς που σε έναν άλλον συγγραφέα (στον Σάμουελ Μπέκετ, για παράδειγμα) θα ήταν αφορμή για πνευματική βάσανο, ο Νότεμπομ και οι αφηγητές-αυτοενσαρκώσεις του δίνουν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι νιώθουν στον κόσμο σαν στο σπίτι τους και δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Αυτή είναι – όπως άλλωστε υπαινίσσεται το πνεύμα του Άντερσεν – η παράδοξη ατυχία του Νότεμπομ ως συγγραφέα: είναι εξαιρετικά νοήμων, πολύ καλλιεργημένος, πολύ υποψιασμένος για να μπορέσει να στρατευθεί στη μεγάλη αυταπάτη του ρεαλισμού, αλλά ταυτόχρονα ελάχιστα βασανισμένος από αυτή τη μοίρα – αυτή την απέλαση από τον κόσμο της γνήσιας φαντασίας – ώστε να την αναπτύξει σε καθαυτήν τραγωδία.

 

Άρα σε ένα από τα αυτοαναφορικά της επίπεδα η πεζογραφία του Νότεμπομ θα έπρεπε να αναζητεί ένα επίπεδο συναισθήματος που να μπορεί να το διοχετεύσει αμείωτο στη λογοτεχνική δημιουργικότητα. Στο μυθιστόρημα «Η ακόλουθη ιστορία» (1991), κατόρθωσε, μέσα από τον έρωτα ενός αδέξιου καθηγητή της κλασικής φιλολογίας για μια φοιτήτριά του, να αντλήσει συναίσθημα που και έντονο είναι και δημιουργικό.»      

 

Εδώ τελειώνει η ανάλυση του Τζ. Μ. Κούτσι και ξεκινάει «Η ακόλουθη ιστορία», το σύντομο μυθιστόρημα του Κέες Νόοτεμπόομ που έτυχε να διαβάσω πρώτο. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο Χέρμαν Μύσερτ, συνταξιούχος καθηγητής αρχαίων γλωσσών σε σχολείο του Άμστερνταμ, γνωστός σε όλους με το παρατσούκλι Σωκράτης, και επιτυχημένος συγγραφέας ταξιδιωτικών οδηγών (όπως και ο ίδιος ο Νόοτεμπόομ δηλαδή) με το ταιριαστό ψευδώνυμο Δρ Στράβων. Στη ζωή που ζει ο Χέρμαν Μύσερτ δεν υπάρχει παρά ένα πάθος, τα βιβλία, «Το σπίτι μου», λέει ευθύς εξαρχής, «είναι γεμάτο βιβλία, που με αφήνουν να ζω ανάμεσά τους».

 

Η ανάγνωση ή και μόνο η ενθύμηση της ομορφιάς των κλασικών Λατίνων και Ελλήνων συγγραφέων γεμίζει και πληροί κάθε στιγμή της ζωής του: «Ήμουν άσχημος κι η ομορφιά ήταν το πάθος της ζωής μου. Όχι η ορατή, η χειροπιαστή ομορφιά· η άλλη, η πολύ πιο μυστηριώδης παραλλαγή της, που κρυβόταν πίσω από το άπαρτο οχυρό μιας νεκρής γλώσσας. Νεκρή! Αν αυτές οι γλώσσες ήταν νεκρές, τότε εγώ ήμουν ο Ιησούς Χριστός που ξανάφερνε τον Λάζαρο από το βασίλειο του θανάτου.»

 

Η προσωπικότητα τού Χέρμαν Μύσερτ, όπως την περιγράφει ο ίδιος στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου του υποψιασμένου αναγνώστη εκείνη του Ρικάρντο Ρέις, του λατινομαθούς κλασικότροπου ετερώνυμου ποιητή που δημιούργησε ο Πεσσόα, ο οποίος, στο βιβλίο του Σαραμάγκου που προανέφερα, επιστρέφει στη Λισαβόνα για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα εκεί.

 

Στα χέρια τίποτα μην κρατάς

Ούτε θύμηση καμιά στην ψυχή σου

Έτσι, όταν στα χέρια σου βάλουν

Τον τελευταίο οβολό,

Ανοίγοντάς τα, να μην πέσει τίποτα.

 

Ο συνταξιούχος καθηγητής Χέρμαν Μύσερτ ανοίγει τα μάτια του, στην πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος, και διαπιστώνει ότι βρίσκεται σ’ ένα δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου της Λισαβόνας, στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο όπου είκοσι χρόνια πριν είχε κοιμηθεί πρώτη φορά με τη γυναίκα ενός συναδέλφου του καθηγητή, καθηγήτρια της βιολογίας εκείνη. Κι όμως θυμάται με βεβαιότητα πως την προηγούμενη νύχτα είχε ξαπλώσει στο δωμάτιό του στο Άμστερνταμ για να κοιμηθεί! Προς στιγμήν θεωρεί πως είναι πεθαμένος (η μόνη εξήγηση που μπορεί να σκεφτεί), σύντομα όμως διαπιστώνει ότι είναι ζωντανός· βγαίνει στην πόλη, τρώει πρωινό, περιπλανιέται στους δρόμους, στο λιμάνι, πλάι στον Τάγο, χαζεύει τα τραμ και τα μαγαζιά της Λισαβόνας, ακούει την αγαπημένη του πορτογαλική γλώσσα και θυμάται την περασμένη του ζωή, αλλά κυρίως τις μέρες που είχε περάσει εκεί με την ερωμένη του – τη μοναδική γυναίκα με την οποία είχε μια πραγματική ερωτική σχέση. Την οποία όμως δεν είχε ποτέ πραγματικά αγαπήσει, γιατί άλλη (μια άλλη γυναίκα) ήταν η αληθινή αγάπη της ζωής του.

 

Τελικά, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο αφηγητής επιβιβάζεται, μαζί με λίγους ακόμη επιβάτες, σ’ ένα πλοίο και από το κατάστρωμά του αποχαιρετάει τη Λισαβόνα. «Ολόκληρη αυτή η πόλη», διαβάζουμε, «είναι ένας αποχαιρετισμός. Το απώτατο άκρο της Ευρώπης, η τελευταία όχθη του παλιού κόσμου, εκεί όπου η Γηραιά Ήπειρος βυθίζεται σιγά σιγά στη θάλασσα, λιώνει στην πυκνή ομίχλη με την οποία μοιάζει σήμερα ο ωκεανός. Αυτή η πόλη δεν ανήκει στο Σήμερα· εδώ δε βρίσκομαι στο Τώρα, βρίσκομαι στο Πριν, ίσως επειδή έχω κιόλας προχωρήσει στο Μετά. Το κοινότοπο Τώρα δεν έχει αρχίσει ακόμα, η Λισαβόνα διστάζει, μένει αναποφάσιστη. Αυτό πρέπει να είναι,  τούτη η πόλη αναβάλλει τον αποχαιρετισμό, εδώ η Ευρώπη αποχαιρετάει τον εαυτό της. Τραγούδια νωθρά, μια αργόσυρτη παρακμή, μια μεγάλη ομορφιά.»

 

Είναι το πλοίο, όπως μαζί με τον αφηγητή σταδιακά αντιλαμβανόμαστε, που μεταφέρει τους θνητούς από το βασίλειο της ζωής στο βασίλειο του θανάτου (το πιο δημοκρατικό, είναι η αλήθεια, βασίλειο που υπάρχει): «Τα κορμιά μας φαίνονταν να αμφιβάλλουν ασταμάτητα, λες και δεν ήξεραν αν ήθελαν να υπάρχουν ή όχι, σπάνια είχα βρεθεί με μια συντροφιά ανθρώπων από τους οποίους έλειπαν τόσο πολλά, πού και πού εξαφανίζονταν ολόκληρα γόνατα, ώμοι, πόδια. Τα μάτια μας όμως δε δυσκολεύονταν διόλου να αναπληρώσουν τα κενά». Καθώς το πλοίο προχωράει προς τη Βραζιλία και προς το άγνωστο, κάθε επιβάτης αφηγείται με τη σειρά του, σ’ ένα πρόσωπο που ανάλογα με τον αφηγητή αλλάζει χαρακτηριστικά, την ιστορία της ζωής του και της στιγμής του θανάτου του και εξαφανίζεται. Τελευταίος μένει ο Χέρμαν Μύσερτ, έτοιμος να διηγηθεί στο πιο σημαίνον πρόσωπο της ζωής του τη δική του ιστορία, την Ακόλουθη ιστορία δηλαδή, που οι αναγνώστες την έχουμε ήδη γνωρίσει.

 

Ένα από τα χαρακτηριστικά των βιβλίων του Κέες Νόοτεμπόομ, που οι κριτικοί του δεν παραλείπουν να σημειώνουν και να του καταλογίζουν, είναι η ψυχρότητα της γραφής του, η απόσταση που κρατάει από τα πράγματα, ο διανοουμενίστικος τρόπος της αφήγησής του. Είναι αυτό που εννοεί ο Κούτσι χαρακτηρίζοντας τον συγγραφέα «εξαιρετικά νοήμονα, πολύ καλλιεργημένο, πολύ υποψιασμένο για να μπορέσει να στρατευθεί στη μεγάλη αυταπάτη του ρεαλισμού, αλλά ταυτόχρονα ελάχιστα βασανισμένο από αυτή τη μοίρα – αυτή την απέλαση από τον κόσμο της γνήσιας φαντασίας – ώστε να την αναπτύξει σε καθαυτήν τραγωδία».

 

Κι όμως «Η ακόλουθη ιστορία», αυτή τουλάχιστον, είναι μια εξαιρετικά ανθρώπινη και συναρπαστική ιστορία, γεμάτη χιούμορ και ζεστασιά, πρωτοτυπία και ομορφιά, μελαγχολία και ποίηση. Ο Νόοτεμπόομ επιχειρεί να διερευνήσει τις άγνωστες και ανεξερεύνητες περιοχές που βρίσκονται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, προσπαθεί να κατανοήσει και να εισχωρήσει, με τρόπο τόσο στοχαστικό όσο και μυθοπλαστικό, στο μέγα μυστήριο του θανάτου αλλά, συγχρόνως, και στην ουσία της ανθρώπινης ζωής και της προσωπικής ταυτότητας. Θέτει τα αιώνια ερωτήματα – ποιο είναι το νόημα της ζωής, τι είναι ο θάνατος, ποιος είναι ο εαυτός μας – και προτείνει μερικές άκρως γοητευτικές και ερεθιστικές απαντήσεις, σε ένα κείμενο απολύτως απολαυστικό.

 

Τα άλλα δύο μυθιστορήματα του συγγραφέα που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι οι "Ιεροτελεστίες" και "Το Σάββατο των ψυχών".

 

 

 

 

 

Ο Όμηρος στον 21ο αιώνα

Papyrus_manuscript
«Κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο είναι είτε η Ιλιάδα είτε η Οδύσσεια» [Ρεϊμόν Κενώ]

 

  • Dan Simmons, Ίλιον (2003). Από το απώτατο παρελθόν στο απώτατο μέλλον: ο πόλεμος της Τροίας επαναλαμβάνεται, σε πλανητική διάσταση αυτή τη φορά, ενορχηστρωμένος από ανώτερες υπάρξεις αντίστοιχες με τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι βιορομποτικοί οργανισμοί Μανμούτ, ο μελετητής των σονέτων του Σαίξπηρ, και ο Όρφου, λάτρης του Προυστ, καθώς επίσης και η Άντα, η οποία κατάγεται από την ομώνυμη ηρωίδα του Ναμπόκοφ.

 

 

  • Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, Ομήρου Ιλιάδα (2004). Ο Ιταλός συγγραφέας διηγείται σε σύγχρονο λόγο την ιστορία της Ιλιάδας μοιράζοντας την αφήγησή του σε είκοσι ένα διαφορετικά μυθικά πρόσωπα, αφαιρώντας τις θεϊκές παρεμβάσεις και τονίζοντας την ομορφιά του πολέμου· καλεί έτσι τον σημερινό αναγνώστη να επινοήσει μια άλλου είδους ομορφιά που θα μπορέσει ίσως να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην ειρήνη.

 

 

  • Μάργκαρετ Άτγουντ, Πηνελοπιάδα (2005). Η Πηνελόπη αναλαμβάνει η ίδια να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής της και μαζί αυτήν του Οδυσσέα από μια σύγχρονη, φεμινιστική και ειρωνική σκοπιά. Τον λόγο παίρνουν επίσης οι δώδεκα θεραπαινίδες της πιστής βασίλισσας, τις οποίες ο ομηρικός Οδυσσέας κατηγόρησε για συνεργασία με τους μνηστήρες και τις απαγχόνισε, για να πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας.

 

 

  • Δημήτρης Μίγγας, Τηλέμαχου Οδύσσεια (2007). Ο Τηλέμαχος Χαρίτος είναι ένας αλαφροΐσκιωτος που ζει σ’ ένα νησί του Ιονίου πελάγους, μακρινός, καθώς υποστηρίζει, απόγονος και κοντοχωριανός του Οδυσσέα. Θα ζήσει, με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο, έρωτες και ηρωισμούς και όπως κι ο μυθικός συνονόματός του θα βγει κι αυτός σε αναζήτηση του πατέρα του για να τον βρει τελικά επιστρέφοντας στον τόπο του και να τον αγνοήσει επιδεικτικά.

 

 

  • Χ.Α. Χωμενίδης, Λόγια φτερά (2009). Ο παππούς του Ομήρου παίρνει τον λόγο και λίγο πριν τον θάνατό του αφηγείται στον εγγονό του τη συναρπαστική και περιπετειώδη ζωή ενός αοιδού του 8ου π.Χ. αιώνα που περιπλανιέται σε ολόκληρη την Ελλάδα και μαζί τη δύναμη και τη μαγεία του αφηγηματικού λόγου που κρατάει ως σήμερα. 

 

  • Ντέιβιντ Μαλούφ, Λύτρα (2009). Ο Αυστραλός συγγραφέας αφηγείται, αναπτύσσοντάς το και εμβαθύνοντας στα θέματά του, το επεισόδιο της νυχτερινής επίσκεψης του Πρίαμου στη σκηνή του Αχιλλέα, κατά την οποία ο γέρος βασιλιάς των Τρώων πέφτει στα πόδια του εχθρού του και ικετεύει για την κακοποιημένη σορό του γιού του.

 

 

 Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Ροβινσόνες

 

«Η νήσος είναι κατάφυτη και καρπερή. Έχει πολλές καρύδες και οπώρες. Έχει πουλιά (πουλιά του Παραδείσου) έχει και ζώα. Όμως δεν έχει παρά έναν μονάχα κάτοικο – τον ναυαγό.» [Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα]

 

  1. Ντάνιελ Ντιφόου, Η ζωή και οι εκπληκτικές περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου, από το Γιορκ, γραμμένη από τον ίδιο (1719). Η θαυμαστή ιστορία του τυχοδιώκτη που έρχεται αντιμέτωπος με τη φύση, τη μοναξιά, την απελπισία και χάρη στην επινοητικότητά του διασώζεται έχει καταστήσει τον Ροβινσώνα μία από τις αρχετυπικές μορφές της σύγχρονης συνείδησης, πλάι στον Οδυσσέα, τον Δον Κιχώτη και τον Άμλετ.

 

  1. Ιούλιος Βερν, Σχολή Ροβινσώνων (1882). Πλούσιος και κακομαθημένος νέος ναυαγεί σε ερημονήσι και, άκων εκών, ανακαλύπτει τις πραγματικές αξίες της ζωής – ό,τι περίπου κατορθώνει, έναν αιώνα αργότερα, και ο “Ναυαγός” Τομ Χανκς στην ταινία με αυτόν τον τίτλο.

 

  1. Μισελ Τουρνιέ, Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού (1967). Ένας Ροβινσώνας που έχοντας ανακαλύψει στον τόπο του ναυαγίου του και στο πρόσωπο του Παρασκευά τον εαυτό του και τον Άλλο αρνείται, στο τέλος, να εγκαταλείψει το νησί του.

 

  1. Τζ. Μ. Κουτσί, Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα (1986). Μια γυναίκα ναυαγεί στο νησί όπου βρίσκεται ήδη ναυαγός ο Ροβινσώνας και αφηγείται τη δική της εκδοχή της κοινής τους ιστορίας, καθώς και τις μεταμορφώσεις που υφίσταται η αλήθεια στο μυαλό του συγγραφέα και του αναγνώστη.

 

  1. Φαίδων Ταμβακάκης, Οι ναυαγοί της Πασιφάης (1997). Τρεις Έλληνες ναυαγούν σ’ ένα μυστηριώδες νησί και αγωνίζονται τόσο για την επιβίωση τους όσο και για να διασώσουν τη μνήμη τους, έχοντας να επιλέξουν ανάμεσα σε μια εξωανθρώπινη αθανασία και στην κοινή ανθρώπινη θνητότητα.

 

 Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Ο Φίλιπ Μάρλοου του μέλλοντός μας

27-46-thumb-large

Τζόναθαν Λέθεμ, Όπλο μετά μουσικής (μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), εκδ. Ελληνικά γράμματα, σελ. 370, Απρίλιος 2009

Σε ένα μεγάλο ποσοστό η απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση των έργων του Ρέιμοντ Τσάντλερ οφείλεται στην ποίηση και στο χιούμορ που διατρέχουν κάθε σχεδόν παράγραφο των βιβλίων του και κυρίως τις εκπληκτικές του παρομοιώσεις. Διαβάζουμε, ας πούμε, στο δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Πλέιμπακ: «Το τρένο από την Ουάσινγκτον ήρθε στην ώρα του, όπως έρχεται πάντα, και το αντικείμενο της παρακολούθησής μου ήταν τόσο εύκολο να το εντοπίσω όσο θα ήταν κι ένα καγκουρό με κοστούμι και γραβάτα». Ο αμερικανός συγγραφέας Τζόναθαν Λέθεμ (γεννημένος το 1964), στο πρώτο του βιβλίο Όπλο μετά μουσικής που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1994 και μεταφρασμένο σε ρέοντα και ταιριαστά ελληνικά από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, φαντάζεται έναν κόσμο στον οποίο μια τέτοια περιγραφή δεν θα αποτελούσε παρομοίωση, αλλά θα κυριολεκτούσε.

 

Δημιουργεί δηλαδή στις σελίδες του βιβλίου του έναν όχι και τόσο μελλοντικό κόσμο στον οποίο τα «εξελιγμένα» ζώα (όπως τα καγκουρό) έχουν ανθρώπινη νοημοσύνη και συμπεριφορά, αν και συνεχίζουν από κάποιους αδιόρθωτους ρατσιστές να θεωρούνται κατώτερο είδος. Όπου η παιδική ηλικία και οι δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται για τους γονείς έχουν εξαλειφθεί και τα βρέφη υφίστανται μια θεραπεία ανάπτυξης που τα μετατρέπει σε «μωροκέφαλους», σε παιδιά δηλαδή με παραμορφωμένα σωματικά χαρακτηριστικά και μυαλό προβληματικού ενηλίκου. Ενώ οι ενήλικες χρησιμοποιούν μονίμως και νομίμως διάφορες ψυχοδραστικές ουσίες σμιλεύοντας με αυτόν τον τρόπο την ψυχική τους διάθεση κατά βούληση (με τον βασανιστικό εθισμό και την εξάρτηση από τον κρατικό προμηθευτή εξασφαλισμένα μετά από λίγες μόνο χρήσεις) και οι εραστές ανταλλάσσουν ερωτογενείς ζώνες μεταξύ τους, χάριν ποικιλίας και πειραματισμού, με τον υπαρκτό πάντα κίνδυνο ο ένας από τους δύο να εξαφανιστεί προτού φροντίσουν να επανέλθουν στην προτέρα φυσιολογική τους κατάσταση.

 

Είναι ένας κόσμος όπου οι εφημερίδες δεν έχουν καθόλου κείμενο αλλά μόνο εικόνες και το ραδιόφωνο μεταδίδει μόνο μουσικές ειδήσεις χωρίς λόγια· χαρούμενη μουσική για τα ευχάριστα νέα, βαριά και κατηφή μουσική για τα δυσάρεστα – αντιστοίχως, εννοείται, λειτουργεί και η τηλεόραση. Κι όμως σε αυτόν τον τρομακτικό, αλλά πάντως όχι ασύλληπτο από τον μυαλό μας, κόσμο όπου τα πάντα βρίσκονται υπό τον διαρκή και ασφυκτικό έλεγχο του Γραφείου των Εξεταστών, του οποίου απώτερο στόχο αποτελεί η ολοκληρωτική εξάλειψη κάθε ανθρώπινης συνομιλίας και επαφής, υπάρχουν λίγοι άνθρωποι που συνεχίζουν, με κίνδυνο της προσωπικής τους ευημερίας και της ζωής τους βέβαια, να θυμούνται και να νοιάζονται για έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η αλήθεια, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά. Και όταν ένας άνθρωπος κατηγορείται άδικα για έναν φόνο που δεν διέπραξε ενώ ένας γκάγκστερ κυκλοφορεί και εγκληματεί ελεύθερα, υπό την προστατευτική εννοείται ασπίδα της αστυνομίας, δεν μπορούν να μείνουν αμέτοχοι και να προσποιηθούν πως δεν τους ενδιαφέρει. Μπορεί να χρεώνουν εφτακόσια δολάρια την ημέρα, αλλά γι’ αυτά τα χρήματα και για τη νεφελώδη έννοια της δικαιοσύνης, είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν το τομάρι τους.  

 

Ένας τέτοιος μυστήριος άνθρωπος ήταν, κατά το παρελθόν, ο Φίλιπ Μάρλοου, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που δημιούργησε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ (και ο οποίος χρέωνε είκοσι πέντε μόλις δολάρια την ημέρα)· διαβάζουμε φερ’ ειπείν στον Μεγάλο αποχαιρετισμό: «Είμαι αισθηματίας. Ακούω μέσα στη νύχτα κάποιον να φωνάζει βοήθεια και τρέχω να δω τι συμβαίνει. Δεν βγάζεις λεφτά έτσι. Άμα έχεις μυαλό, σφαλίζεις τα παράθυρά σου και δυναμώνεις τον ήχο στην τηλεόραση. Ή πατάς το γκάζι και χάνεσαι από κει πέρα. Κοιτάς να κρατηθείς μακριά απ’ τους μπελάδες των τρίτων. Γιατί την πληρώνεις κι εσύ άμα ανακατευτείς». Ο πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός εξεταστής Κόνραντ Μέτκαλφ, που εμφανίζεται στο βιβλίο του Τζόναθαμ Λέθεμ, είναι απ’ αυτήν ακριβώς τη στόφα πλασμένος: «Μες στη σκοτεινιά, ασυνάρτητα πλάσματα όδευαν προς μοναχικούς προορισμούς, προς μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων, προς ραντεβού με το θάνατο. Κανείς δεν σταμάτησε ποτέ τα πλάσματα αυτά για να τα ρωτήσει πού πηγαίνουν – κανείς δεν ήθελε να ξέρει. Κανείς, εκτός από μένα: το πλάσμα που έκανε ερωτήσεις, το πιο ποταπό πλάσμα απ’ όλα».

 

Με τα υλικά αυτά, έναν εφιαλτικό κόσμο που δεν μοιάζει καθόλου φανταστικός και έναν κυνικό και ταυτόχρονα ιδεαλιστή ντετέκτιβ, χτίζει ο συγγραφέας το βιβλίο του δημιουργώντας ένα απολύτως επιτυχημένο κράμα παραδοσιακής αστυνομικής λογοτεχνίας και επιστημονικής φαντασίας, γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό, γεμάτο απελπισμένη τρυφερότητα και ανησυχητικά μηνύματα για το μέλλον – ένα απολαυστικό και ερεθιστικό ανάγνωσμα από πολλές απόψεις.

 

 

 

 

 

Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Los-girasoles-ciegos
Διαβάζω [έγραφα πριν από μερικά χρόνια] για δεύτερη φορά μέσα σε τρεις μήνες το βιβλίο του Αλμπέρτο Μέντεθ "Τα τυφλά ηλιοτρόπια" και είμαι πια βέβαιος: Αυτό – και όχι οι (συνταρακτικοί, χωρίς αμφιβολία) "Στρατιώτες της Σαλαμίνας" του Χαβιέρ Θέρκας, όπως πίστευα – είναι το σημαντικότερο βιβλίο των τελευταίων δεκαετιών για τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία.


«Αυτοί οι νωθροί και βαριεστημένοι στρατιώτες είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα. Θα σμίξουν με όλους όσοι έχουν χάσει, από τους οποίους θα ξεχωρίζουν μόνο από το στίγμα των αλληλοσυγκρουόμενων μνησικακιών τους. Στο τέλος θα φοβούνται, όπως και οι νικημένοι, τον πραγματικό νικητή, αυτόν που νίκησε και τον εχθρικό στρατό, αλλά και το δικό τους. Μόνο κάποιοι νεκροί θα θεωρηθούν πρωταγωνιστές του πολέμου.»

 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Τέχνη Τύχη Τόλμη ΣΤΟΠ

17kaxtitshs_nikos_fvto_
Ο Νίκος Καχτίτσης τηλεγραφεί στον Γιώργη Παυλόπουλο από την Αθήνα όπου βρίσκεται: «Στοππάκιους καταφθάνει ταχυδρομικήν άμαξαν νύκτα Πέμπτης Πάτρας ΣΤΟΠ Ετοιμάσατε επειγόντως κυνηγετικόν περίπτερον και κύνας ΣΤΟΠ Νομισματοκοπείον κατεστράφη ολοσχερώς ΣΤΟΠ Εργοστάσια αεριόφωτος ανθούν ΣΤΟΠ Πωλούνται νοσοκομεία με δόσεις ΣΤΟΠ»


Ο Γιώργης Παυλόπουλος απαντάει από τον Πύργο όπου διαμένει: «Ταξιδεύω μεσάνυχτα Σαββάτου με ταχυδρομικήν άμαξαν προς Γάνδην. ΣΤΟΠ Μεταφέρω φέρετρον Ερριέτας Χάνσεν ΣΤΟΠ Αναμείνατε εις εξέδραν. ΣΤΟΠ Άνθη πολλά παρακαλώ ΣΤΟΠ»


Κατόπιν τούτων των συνεννοήσεων οι δύο φίλοι θα συναντηθούν πράγματι εκείνο το Σάββατο στην εξέδρα του λιμανιού της Πάτρας. ΣΤΟΠ Τα δύο παιγνιώδη αλλ’ αποτελεσματικά τηλεγραφήματα τα βρήκα στο βιβλίο «Τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο (1952-1967)» ΣΤΟΠ

 

Viva la muerte!

Nadai
Μου είναι πάντα δύσκολο να γράφω για τα αστυνομικά μυθιστορήματα που διαβάζω, γιατί υπάρχει διαρκώς ο κίνδυνος να αποκαλύψω, άθελά μου, στοιχεία της πλοκής ή και της λύσης του βιβλίου που ο αναγνώστης, πολύ λογικά, δεν θα ήθελε να τα γνωρίζει πριν διαβάσει ο ίδιος ολόκληρο το μυθιστόρημα. Αν, σε μια τέτοια περίπτωση, για ένα κλασικό whodunit το πλήγμα για την αναγνωστική απόλαυση θα ήταν συντριπτικό, για το “Νάδα” του Ζαν-Πατρικ Μανσέτ, για το οποίο πρόκειται να μιλήσω εδώ, δεν υπάρχει ευτυχώς τέτοιος φόβος. Ήδη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου πληροφορούμαστε, από τα αρμόδια χείλη ενός νεαρού αφελούς αστυνομικού, ότι οι αναρχικοί που απήγαγαν τον πρεσβευτή των ΗΠΑ εξουδετερώθηκαν.

 

Μια ακροαριστερή ομάδα, λοιπόν, στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του εβδομήντα (το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1972) οργάνωσε και εκτέλεσε την απαγωγή του αμερικανού πρεσβευτή, μέσα από έναν οίκο ανοχής πολυτελείας, και τον μετέφερε σε μια αγροικία. Τα κίνητρα της ομάδας δεν συζητιούνται και δεν εξηγούνται επαρκώς από τους ίδιους τους απαγωγείς, επειδή, ενδεχομένως, είναι αυτονοήτως πολιτικά. Συχνά, ωστόσο, γίνεται λόγος στις μεταξύ τους συζητήσεις και για τα λύτρα που πρόκειται να εισπράξουν προκειμένου να απελευθερώσουν τον πρεσβευτή και παράλληλα, σε αρκετά σημεία του βιβλίου, διαβάζουμε και την άποψη της πολιτικής και αστυνομικής εξουσίας επ’ αυτού, με αποτέλεσμα να μην ξεκαθαρίζονται ως το τέλος απολύτως.

 

Αυτό πάντως που γίνεται, τελικά, ξεκάθαρο τόσο για τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος όσο και για τους αναγνώστες είναι το αδιέξοδο και το ατελέσφορο της αριστερής τρομοκρατίας. Αντιγράφω ένα σχετικά μεγάλο απόσπασμα από το βιβλίο, γιατί λέει τα πράγματα με το όνομά τους (πριν από σαράντα χρόνια σχεδόν):

 

«Έκανα ένα λάθος», είπε ξαφνικά. «Η αριστερίστικη τρομοκρατία και η κρατική τρομοκρατία, αν και τα κίνητρά τους δεν επιδέχονται σύγκριση, είναι οι δύο μασέλες της…» Δίστασε. «…της ίδιας παγίδας για μαλάκες», τελείωσε τη φράση του και συνέχισε αμέσως. «Το καθεστώς αμύνεται, φυσικά, έναντι της τρομοκρατίας. Αλλά το σύστημα δεν αμύνεται, την ενθαρρύνει, τη διαφημίζει. Ο ντεσπεράδο είναι ένα εμπόρευμα, μια αξία ανταλλαγής, ένα πρότυπο συμπεριφοράς, όπως ο μπάτσος ή η αγία. Το κράτος ονειρεύεται ένα τέλος φρικιαστικό και θριαμβευτικό μέσα στο θάνατο, μέσα στον απολύτως γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις ορδές των μπάτσων και των μισθοφόρων του, από τη μία, και στις ομάδες  του μηδενισμού, από την άλλη. Είναι η παγίδα που στήνεται στους επαναστατημένους, και πιάστηκα σε αυτή. Και δεν θα είμαι ο μόνος. Κι αυτό μου τη σπάει πολύ.» Και παρακάτω: «Η καταδίκη της τρομοκρατίας δεν είναι μια καταδίκη της εξέγερσης, αλλά ένα κάλεσμα στην εξέγερση.»   

 

Το “Νάδα” Θεωρείται από τους περισσότερους αναγνώστες το καλύτερο μυθιστόρημα του Μανσέτ. Εγώ θα το τοποθετούσα, μάλλον, δίπλα στο “Η πρηνής θέση του σκοπευτή”, που είναι το αγαπημένο μου.

 

ΥΓ Διαβάζοντας την όμορφη παρομοίωση της σελίδας 41 του βιβλίου, «Είναι ωραίο σαν πεθαμένος παπάς», θυμήθηκα μιαν εξίσου ωραία ιστορία από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο που διηγείται ο Μπουνιουέλ στην αυτοβιογραφία του «Η τελευταία πνοή», την οποία και μεταφέρω εδώ με δικά μου λόγια: Κατά τη διάρκεια μίας ακόμη εργατικής διαδήλωσης στη Μαδρίτη των αρχών του εικοστού αιώνα (μιας απ’ αυτές που προετοίμασαν τη λαμπρότερη στιγμή που έμελε να ζήσει το παγκόσμιο αναρχικό κίνημα) δύο ιερείς της Καθολικής εκκλησίας δέχθηκαν άγρια επίθεση από εργάτες, ενώ άλλοι περαστικοί ξυλοκοπήθηκαν και κάποιων καταστημάτων έσπασαν οι βιτρίνες. Το αναρχικό και κατεξοχήν αντικληρικό περιοδικό της εποχής El Motin (Η Ανταρσία) αρχίζει ως εξής την περιγραφή του γεγονότος: «Χθες το απόγευμα μια παρέα από εργάτες ανέβαιναν ήσυχα την οδό Μοντέρα, όταν διέκριναν δυο παπάδες να κατεβαίνουν τον ίδιο δρόμο από την άλλη πλευρά. Μπρος σ’ αυτή την πρόκληση …».  

 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

 

 

 

 

 

Ο θείος από την Αμερική

708739-l
Αν και κανονικά, όταν θέλω κάποιο ξένο βιβλίο και υπάρχει στην Αγγλία, το παραγγέλνω μέσω ίντερνετ από εκεί, μ’ αρέσει κατά καιρούς να παραγγέλνω βιβλία και από την Αμερική. Γιατί συνήθως αργούν τόσο πολύ να φτάσουν μέχρι την πόρτα μου ώστε, όταν πια με την ειδοποίηση και την ταυτότητα στο χέρι πηγαίνω στο ταχυδρομείο για να τα παραλάβω, συμβαίνει να έχω ξεχάσει τι είχα παραγγείλει και να αποτελεί πάντοτε μια ωραία έκπληξη για μένα.

 

Μια ξεχωριστή τέτοια περίπτωση, που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο έκανε αρκετούς μήνες να φτάσει στην Ελλάδα, αποτελεί το βιβλίο του Donald FriedmanThe writers brush”, ένα ογκώδες λεύκωμα 450 σελίδων το οποίο περιέχει ζωγραφιές, σχέδια και γλυπτά περισσότερων από διακοσίων συγγραφέων μαζί με ένα σύντομο σημείωμα για τη σχέση του καθενός απ’ αυτούς με τα εικαστικά. Στα ανέλπιστα προτερήματα του βιβλίου το γεγονός ότι δεν περιορίζεται σε Αμερικανούς μόνο δημιουργούς, όπως φοβόμουν όταν το παρήγγειλα, αλλά επεκτείνεται σε σημαντικούς συγγραφείς κάθε χώρας και κάθε εποχής.

 

Ενδεικτικά μόνο αναφέρω μερικά ονόματα: Apollinaire, Artaud, Baudelaire, Breton, Brontë, Bukowski, Burroughs, Conrad, Corso, Cummings, Dostoevsky, Ελύτης, Faulkner, Lorca, Goethe, Highsmith, E.T.A. Hoffmann, Kafka, Mina Loy, Henry Miller, Nabokov, Sylvia Plath (δικές της και οι δύο αναγνώστριες που εικονίζονται στο εξώφυλλο του βιβλίου), Proust, Sexton, Dylan Thomas, Vonnegut κι ένα σωρό άλλοι.

 

Είναι σαν να ‘χω κάποιον μακρινό συγγενή εκεί, ο οποίος χωρίς να έχουμε τακτική επικοινωνία ξέρει πολύ καλά τι βιβλία θα ήθελα να διαβάσω και κάθε τόσο μου στέλνει τέτοια ανέλπιστα δώρα – και δεν χρειάζεται ούτε καν να τον ευχαριστήσω ή να ανταποδώσω μόλις τα λάβω. 

 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος