«Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι»
[εννέα με είκοσι τρεις Σεπτεμβρίου του 2009 διάβασα τον Τρίστραμ Σάντι κι έκανα πολλά ακόμα πράγματα και τώρα τα θυμήθηκα: άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε δηλαδή]
Δε μου μένει παρά να κάνω καμιά δεκαριά πράγματα – έχω να ονομάσω κάποιο πράγμα – να παραπονεθώ για κάποιο πράγμα – να ελπίσω για κάποιο πράγμα – να υποσχεθώ κάποιο πράγμα και ν’ απειλήσω με κάποιο πράγμα – να υποθέσω κάποιο πράγμα – να δηλώσω κάποιο πράγμα – ν’ αποκρύψω κάποιο πράγμα – να διαλέξω κάποιο πράγμα και να προσευχηθώ για κάποιο πράγμα.
Το Κεφάλαιο λοιπόν αυτό το ονομάζω Κεφάλαιο των ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:
Τώρα λοιπόν που αντέγραψα τις παραπάνω δέκα περίπου σειρές από το (αντί-μετά-μη-) μυθιστόρημα «Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» του Laurence Sterne, δεν μου μένει κι εμένα παρά να κάνω αυτά τα δέκα πράγματα ή κάποια άλλα ενδεχομένως –
πριν καν όμως ξεκινήσω χρειάστηκε να διακόψω και να σηκωθώ από το γραφείο για να παραλάβω από τον ταχυδρόμο ένα μικρό δέμα που περιείχε ένα βιβλίο 350 περίπου σελίδων με χοντρό εξώφυλλο και με τον τίτλο «The Note-Books of Samuel Butler», το οποίο προ ημερών είχα παραγγείλει και μόλις έφθασε. Αντιγράφω μια φράση που βρίσκω στην πρώτη σελίδα “One’s thoughts fly so fast that one must shoot them; it is no use trying to put salt in their tails”
και ονομάζω το παρόν κείμενο 9 ΜΕ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009, καθόσον προτίθεμαι να καταγράψω εδώ μέσα γεγονότα και διαβάσματα των εν λόγω ημερών.
Το πράγμα, λοιπόν, για το οποίο παραπονούμαι είναι ότι έχουν συσσωρευτεί τόσα πολλά βιβλία που διάβασα αυτές τις μέρες και πολύ περισσότερα που σκοπεύω να διαβάσω, ώστε δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και πού θα καταλήξω:
ξαναδιάβασα, απ’ όσο θυμάμαι, με ανανεωμένο ενθουσιασμό τη «Μελαγχολία του Παρισιού» του Μπωντλαίρ καθώς και κάμποσα ποιήματα του αγαπημένου μου Ιβάν Γκολ, διάβασα το «Με την ανάσα της Αθήνας και της Ρώμης» του Τάκη Θεοδωρόπουλου, το «Ο θνητός ήρωας, Εισαγωγή στην Ιλιάδα» του Seth L. Schein και ποιήματα του Λουίς Θερνούδα.
Κυρίως όμως διάβασα τη «Ζωή και τις Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» και, μαζί, σελίδες από τα «Collectanea» του Ζήσιμου Λορεντζάτου.
Είχα δηλώσει νομίζω παλαιότερα (ή σκεφτόμουν να το κάνω) πως η φετινή χρονιά θα είναι για μένα χρονιά Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τροποποιώ τώρα τη δήλωσή μου ως εξής: Η φετινή χρονιά είναι για μένα χρονιά Λώρενς Στερν και Ζήσιμου Λορεντζάτου – και αυτό είναι το πράγμα που είχα να δηλώσω.
Γιατί μέχρι τώρα ξεφύλλιζα και διάβαζα στην τύχη αποσπάσματα από το ογκώδες βιβλίο του Λορεντζάτου που το έχω μονίμως στο κομοδίνο μου (όπως όλοι οι αναγνώστες εξάλλου φέτος), από τις προάλλες όμως έβαλα στην πρώτη του σελίδα έναν σελιδοδείκτη και βάλθηκα να το διαβάζω συστηματικά – είμαι τώρα στη σελίδα 103, εκεί που γράφει ο συγγραφέας «Συλλογίζομαι πολλές φορές πως δεν είμαι παρά σκυλί στη δουλειά και κοπρόσκυλο στη σκόλη».
Φράση που μου φέρνει στον ένα ακόμη γεγονός που οφείλω ν’ αναφέρω: ότι το πρώτο κουτάβι της φιλόζωης σταδιοδρομίας μου πέρασε την πόρτα του γατόφιλου σπιτιού μου και εγκαταστάθηκε μόνιμα εδώ – είναι δυο μηνών, γεννήθηκε κοντά στο Σούνιο, απ’ όπου τον πήραμε, και είναι αγνώστου μητρός, ο πατέρας του όμως, τον οποίο γνωρίσαμε, είναι λυκόσκυλο· αυτή τη στιγμή κάθεται δίπλα στα πόδια μου και κοιμάται ακούγοντας μαζί μου Tom Waits.
Είχα αφήσει για καναδυό μέρες, θυμήθηκα τώρα, την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» και ξεφύλλιζα το «Βιβλίο της ανησυχίας». Ήταν οι μέρες που φέραμε στο σπίτι τον σκύλο, σκεφτόμασταν, οπότε, πώς να τον ονομάσουμε, όταν άστραψε στον νου μου το όνομα Τόμπι, το οποίο και υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Την επομένη κάθισα σε μια πολυθρόνα, με τον Τόμπι κοντά μου, και ξανάπιασα την ανάγνωση του «Τρίστραμ Σάντι» από κει που την είχα αφήσει, στη σελίδα 216:
«Τι υπέροχη συγκυρία πήγε εδώ χαμένη! – Ο πατέρας μου στην καλύτερη αναλυτική του διάθεση, – πρόθυμος να διαλευκάνει ένα μεταφυσικό σημείο μες στην καρδιά των περιοχών όπου σύννεφα και πυκνό σκοτάδι θα το τύλιγαν σύντομα· – ο θείος μου Τόμπι στην καταλληλότερη διάθεση για να το δεχτεί…» – μόλις εκείνη η στιγμή συνειδητοποίησα την πηγή του ονόματος που άστραψε, καθώς είπα, στον νου μου κατά τη βάφτιση του κουταβιού μας: ήταν ο θείος Τόμπι, ο πιο συμπαθής από τους χαρακτήρες του βιβλίου που μέρες τώρα μου πρόσφερε τη μεγαλύτερη αναγνωστική απόλαυση που έχω γνωρίσει στη ζωή μου (δήλωση που ελπίζω να μην αδικεί άλλα παλαιότερα αναγνώσματά μου –
αυτό είναι το πράγμα που ελπίζω: να μην αδικώ τα βιβλία του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή άλλων αγαπημένων μου συγγραφέων, των οποίων την ανάγνωση έχω συχνά-πυκνά απολαύσει. Η διαφορά όμως βρίσκεται νομίζω στο γεγονός ότι στων άλλων συγγραφέων τα βιβλία που με ηδονή διαβάζω, στου Τσάντλερ, στου Μπουκόφσκι, στου Μονταλμπάν, στου Εγγονόπουλου, στου Βόνεγκατ, στου Μαρκ Τουέιν, υπάρχει πάντα η βαριά σκιά της Ανησυχίας, ενώ «Η Ζωή και οι Απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» είναι ένα βιβλίο που παίρνει τόσο σοβαρά το χιούμορ και εξασκεί τόσο ευφυώς την τέχνη της παρέκβασης, ώστε έχει ήδη καταστεί μέτρο για κάθε άλλο κείμενο που διαβάζω ή γράφω,
μα νιώθω να έχω ήδη ξεφύγει από τις δεσμεύσεις μου, σαν τον Λώρενς Στερν περίπου που στη σελίδα 217 του βιβλίου του γράφει: «Όλοι μου οι ήρωες μού έχουν ξεφύγει· – είναι η πρώτη φορά που έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, – και θα τον χρησιμοποιήσω για να γράψω τον Πρόλογό μου», τον οποίο και διαβάζουμε σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο. Ενώ στη σελίδα 380 δηλώνει πως «είναι ουσιαστικά απ’ αυτό το σημείο που ξεκινά η ιστορία της ΖΩΗΣ και των ΑΠΟΨΕΩΝ μου». Μια ιστορία που, ας το αναφέρω κι αυτό, αρχίζει τη στιγμή της σύλληψης του πρωταγωνιστή της και μετά από 700 σελίδες αλλεπάλληλων και συναρπαστικών παρεκβάσεων περί παντός βρισκόμαστε πέντε χρόνια πριν τη γέννησή του.
Αξίζει όμως να αφιερώσω ένα ολόκληρο κείμενο σε αυτό το βιβλίο, όπως και στην καινούρια βιβλιοθήκη που απέκτησα για το σαλόνι – μια παλιά μεγάλη ντουλάπα, από την οποία αυτή τη στιγμή αφαιρούνται οι πόρτες και προστίθενται ράφια, για να μπει μεθαύριο στο σπίτι, να ξεσκονιστεί και να γεμίσει με βιβλία (έλεγα να βάλω εκεί τα αστυνομικά μου, μα η βιβλιοθήκη είναι τελικά πολύ μεγάλη – μάλλον θα μεταφέρω στο σαλόνι και τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς).
Ήθελα επίσης να παραλληλίσω σε αυτό το κείμενο την περίπτωσή μου (από τη μέρα που μπήκε στο σπίτι ο Τόμπι) με εκείνη του συγγραφέα Ζούκερμαν, από το βιβλίο του Ροθ που διάβαζα τις προάλλες, μα θα αρκεστώ μόνο να αντιγράψω λίγες σειρές από εκεί: Είχα φέρει τις γάτες την Πέμπτη. Τις κράτησα ως την Κυριακή. Όλο εκείνο το διάστημα δεν δούλεψα σχεδόν καθόλου το βιβλίο μου. Σπατάλησα τον χρόνο μου πετώντας στις γάτες τα παιχνίδια τους ή χαϊδεύοντάς τες καθώς κουλουριάζονταν στα πόδια μου μαζί ή χωριστά, ή απλώς κοιτάζοντάς τες άπραγος καθώς έτρωγαν, έπαιζαν, γλείφονταν ή κοιμούνταν. Είχα τοποθετήσει το κουτί τους με την άμμο σε μια γωνιά στην κουζίνα, και τη νύχτα τις έβγαζα στο καθιστικό και έκλεινα πίσω μου την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου. Όταν ξυπνούσα το πρωί, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ορμάω στην πόρτα για να τις δω. Κι εκεί τις έβρισκα, ακριβώς πίσω από την πόρτα, να με περιμένουν να την ανοίξω. Το πρωί της Δευτέρας τηλεφώνησα στον Λάρι και είπα: «Σε παρακαλώ, έλα και πάρε τις γάτες». «Τις σιχαίνεσαι». «Το αντίθετο. Αν μείνουν, δεν πρόκειται να ξαναγράψω λέξη».
Ο Τόμπι, βέβαια, θα μείνει – γι’ αυτό δεν θα αναφερθώ δια μακρών στο νέο πλήγμα που δέχθηκε ο ελεύθερος χρόνος μου αυτές τις μέρες: εκτός δηλαδή από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και την έναρξη της νέας χρονιάς στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και την έναρξη της νέας χρονιάς στις παιδικές ομάδες μπάσκετ και την παρουσία του ίδιου του Τόμπι στο σπίτι, από προχθές συντηρούμε στο σπίτι κι ένα κάταγμα που συνέβη κατά τη διάρκεια συναυλίας και απαιτεί είκοσι ημερών ακινησία του γονάτου· είμαστε μόλις στην τρίτη μέρα, αύριο θα πάμε για μαγνητική τομογραφία, για να δούμε πώς είναι ένα γόνατο από μέσα – ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Τι διαβάζω τώρα, μετά τον Τρίστραμ Σάντι; Την «Πηνελοπιάδα» της Καναδής Μάργκαρετ Άτγουντ προκειμένου να καταστρώσω ένα πρόγραμμα ανάγνωσης για τους μαθητές της β΄ γυμνασίου, στους οποίους πέρυσι δίδασκα την Οδύσσεια και φέτος διδάσκω την Ιλιάδα. Θα ακολουθήσει, για την προετοιμασία του ίδιου project, «Ο Όμηρος στον 21ο αιώνα», η ανάγνωση της «Ομήρου Ιλιάδας» του Ιταλού Αλεσσάντρο Μπαρίκκο και του «Λόγια φτερά» του Έλληνα Χρήστου Χωμενίδη. Ίσως όμως να μεσολαβήσει καμιά Άτγουντ ακόμη, γιατί τελευταία την έχω συμπαθήσει. Και βλέπουμε…



